Μεταφράσεις:
Bahasa Indonesia |
Σύνδεσμοι με λέξεις που ξεκινούν από:Αα Ββ Γγ Δδ Εε Ζζ Ηη Θθ Ιι Κκ Λλ Μμ Νν Ξξ Οο Ππ Ρρ Σσ Ττ Υυ Φφ Χχ Ψψ ΩωΛΈΞΕΙΣ-ΚΛΕΙΔΙΆ ΠΟΥ ΞΕΚΙΝΟΎΝ ΜΕ ΤΟ ΓΡΆΜΜΑ Kτου Δρ. Φίλ Μπαρτλμετάφραση: Σοφία Καραούλη, Γεωργία Σαμαρά, Καλομοίρα Μπιμπέζα, Zoi Simopoulou, Νάκου Ελισάβετ, Χριστίνα Κόκαλη, Κατερίνα ΕμμανουηλίδουΚΑΙΝ ΚΑΙ ΑΒΕΛ Η ιστορία του Κάιν και του Άβελ αναφέρεται στο βιβλίο της Γένεσης στην Εβραική και Χριστιανική Βίβλο. Είναι η ιστορία των δύο υιών του πρώτου άνδρα, του Αδάμ, ο ένας εκ των οποίων είναι καλλιεργητής λαχανικών και ο άλλος κτηνοτρόφος. Η ιστορία αντιμετωπίζεται από πολλούς ανθρωπολόγους ως μύθος που εξηγεί την προέλευση της συνεχούς διαμάχης μεταξύ καλλιεργητών και κτηνοτρόφων, καθώς οι τρόποι παραγωγής τους είναι ασύμβατοι μεταξύ τους, ως προς την κατανομή της γης. Οι καλλιεργητές χρειάζονται ασφαλή και κλειστά οικόπεδα γης, ενώ οι κτηνοτρόφοι ελεύθερα και μεγάλα κομμάτια γης. Η διαμάχη θεωρείται η ρίζα πολλών πολέμων μεταξύ κοινοτήτων, όπως των γεωργών και των κτηνοτρόφων κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης Βόρειων και Νότιων Αμερικανών, τον εμφύλιο πόλεμο μεταξύ των Χούτου και των Τούτσι στη Ρουάντα και πολλά ακόμη. Català: Caïm i Abel, Ελληνικά: Καιν και Αβελ, English: Cain and Abel, Español: caín y abel, Português: Caim e Abel, 中文 : 该隐与亚伯ΚΑΣΤΑ Η κάστα είνια ένα σύνολο κοινωνικών οργάνων, τις κάστες, τα οποία καταλήγουν σε οριζόντια επίπεδα ανισότητας (ισχύς, κύρος, πλούτος) τα οποία διαφέρουν από τις τάξεις στο ότι δεν είναι αναγνωρισμένα και δεν αποτελούν αποδεκτούς μηχανισμούς για την μετακίνηση μεταξύ των καστών. Συνήθως ο γάμος μεταξύ μελών διαφορετικής κάστας (κάτι το οποίο αυτόματα συμαίνει κοινωνική κινητικότητα) απαγορεύεται. Η κύρια διαφορά μεταξύ κάστας και τάξης είναι ο βαθμός επιτρεπόμρνης κοινωνικής κινητικότητας. Το πιο γνωστό πqράδειγμα καστών αποτελεί το σύστημα ανισότητας στην Ινδία, κυρίως μεταξύ των Ίνδους, καθώς το Ισλάμ και το Μπαχάι απαγορεύουν την πρακτική της κάστας. Εκτός από αυτές τις απαγορεύσεις, η κάστα υφίσταται ή αντιπροσωπεύεται ως τάξη από μη Ινδούς στην Ινδία. Καθώς οι κάστες υπονοούν εκχώρηση των επιπέδου κατά τη γέννηση, και απαγόρευση της κοινωνικής κινητικότητας, εφαρμόζονται επίσης στη φυλετική ανισότηται στις νότιες ΗΠΑ και στο Απαρτχάιντ στην Νότια Αφρική. Εκτός από τις απαγορεύσεις γάμων, ο διαχωρισμός των κοινωνιών σε άντρα ή γυναίκα και αρσενικό ή θηλυκό (φύλο και γένος) μπορεί επίσης να θεωρηθεί ως σύστημα κάστας, κυρίως εκεί όπου εντοπίζεται διαφορά στην ισχύ, το κύρος και τον πλούτο και στο ότι τα άτομα δεν μπορούν να μετακινηθούν από τη μια κατηγορία στην άλλη. Català: casta, Ελληνικά: καστα, English: caste, Español: casta, Português: estatuto social, 中文 (Zhōngwén): 排他的社会等级制度ΚΑΤΑΛΛΗΛΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ Πρόκειται για ένα περιβάλλον (πολιτικό, ρυθμιστικό) γύρω από μια κοινότητα, που επιτρέπει στην κοινότητα να ενωθεί, να προσδιορίσει τους δικούς της πόρους, να επιδοθεί σε δραστηριότητες αυτοβοήθειας και να γίνει πιο αυτάρκης. Οι πρακτικές, οι στάσεις, η συμπεριφορά, οι κανόνες, οι κανονισμοί και οι νόμοι των ηγετών, των δημοσίων υπαλλήλων, των πολιτικών, των κεντρικών και περιφερειακών διοικήσεων, όλα συμβάλλουν στο βαθμό της παροχής δυνατότητας γύρω από μια κοινότητα. Βλέπε Διευκολύνω. Deutsch: befähigende umgebung, Ελληνικά: καταλληλο περιβαλλον, English: enabling environment, Español: entorno favorecedor, Français: un environnement qui permet, Português: ambiente habilitandoΚΑΤΑΛΥΤΗΣ Στη χημεία, ο καταλύτης είναι ένα στοιχείο που επηρεάζει το ρυθμό της χημικής διαδικασίας, χωρίς ωστόσο να είναι μέρος της διαδικασίας. Συνήθως επιταχύνει την διαδικασία. Η λέξη, ωστόσο, έχει θετική έννοια περιγράφοντας τον κινητοποιητή ή κοινωνικός εμψυχωτή. Ο κινητοποιητής δεν αναπτύσσει ούτε αλλάζει την κοινότητα. Η κοινότητα αναπτύσσεται ή αλλάζει από μόνη της. Ο κινητοποιητής προκαλεί αυτή την αλλαγή, χωρίς να γίνεται μέρος της κοινωνικής οργάνωσης της κοινότητας. Πιο σημαντικό είναι το ότι ο κινητοποιητής έχει την προσωρινή qρχηγία, χωρίς να γίνεται αρχηγός της κοινότητας. Català: catalitzador, Deutsch: katalysator, Ελληνικά: καταλυτησ, English: catalyst, Español: catalizador, Français: catalyseur, Kiswahili: chachu, Português: catalisador, 中文 (Zhōngwén): 催化剂ΚΛΙΝΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΑ Ο όρος αυτός χρησιμοποιείται για να περιγράψει την απευθείας συμμετοχή των κοινωνικών επιστημόνων στην κοινωνική αλλαγή. Ο κοινοτικός κινητοποιητής δεσμεύεται από την κοινική κοινωνιολογία. Δεν είναι το ίδιο με την ιατρική κοινωνιολογία. Βλέπετε Εφαρμοσμένη Κονωνιολογία. Català: sociologia clínica, Deutsch: klinische soziologie, Ελληνικά: κλινικη κοινωνιολογια, English: clinical sociology, Español: sociología clínica, Français: la sociologie clinique, Kiswahili: tiba ya jamii, Português: sociologia clínica, Pyccкий: Клиническая Социология, 中文 (Zhōngwén): 临床社会学ΚΟΙΝΕΣ ΑΞΙΕΣ Οι κοινές αξίες ανήκουν στα δεκαέξι στοιχεία της δύναμης; ισχύος ή ικανότητας μιας κοινότητας ή οργάνωσης. Βλέπετε: Στοιχεία Κοινοτικής Δύναμης. Αυτός είναι ο βαθμός στον οποίο τα μέλη της κοινότητας μοιράζονται αξίες, κυρίως την ιδέα ότι ανήκουν σε μια κοινή οντότητα που αντικαθιστά το συμφέρον των μελών μέσα σε αυτήν. Όσο πιο πολλα μοιράζονται τα μέλη της κοινότητας, ή τουλάχιστον καταλαβαίνουν και αντέχουν τις αξίες και τις συμπεριφορές των άλλων, τόσο πιο δυνατή θα είναι η κοινότητα. Ο ρατσισμός, η προκατάληψη και η θρησκοληψία αποδυναμώνουν την κοινότητα ή την οργάνωση. Όταν κινητοποιεί μια κοινότητα να οργανωθεί και να δράσει, ο κινητοποιητής πρέπει να γνωρίζει το ρόλο των κοινών αξιών στην ενίσχυσητης κοινότητας ή της οργάνωσης. Català: valors comuns, Deutsch: gemeinsame werte, Ελληνικά: κοινεσ αξιεσ, English: common values, Español: valores comunes, Français: valeurs communes, Kiswahili: Thamani na msingi, Português: valores comuns, 中文 (Zhōngwén): 共同价值观ΚΟΙΝΗ ΛΟΓΙΚΗ Πολλά από τα πράγματα που μαθαίνουμε από την κοινωνιολογία δείχνουν ότι οι υπολογισμοί και οι υποθέσεις Català: sentit comú, Ελληνικά: κοινη λογικη, English: common sense, Español: sentido común, Português: senso-comum, 中文 (Zhōngwén): 常识ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ Η "κοινοπραξία" είναι μια σχέση όπου υπάρχει κάποια ισότητα μεταξύ των μερών της συμφωνίας. Στη λέξη κλειδί "ανεξάρτητος" παραπάνω, σημειώθηκε ότι είμαστε όλοι , ως ένα βαθμό, αλληλοεξαρτώμενοι. Ενώ το έργο σας οδηγεί την κοινότητα να βάλει τέλος στην εξάρτηση, αυτό δεν μπορεί να γίνει εντελώς ανεξάρτητα. Ο ρεαλιστικός στόχος, τότε, είναι να μπουν οι κοινότητες σε κοινοπραξίες με δημοτικές ή τοπικές αρχές και να δουλέψουν για σχέσεις μεταξύ ίσων. Deutsch: partnerschaft, Ελληνικά: κοινοπραξια, English: partnership, Filipino/Tagalog: samahan, Français: association, हिन्दी (Hindi): भागीदारी, Italiano: partenariato, 日本語: 協力, Português: parceria, Română: partneriat, 中文 (Zhōngwén): 伙伴关系ΚΟΙΝΌΤΗΤΑ Η λέξη "κοινότητα" έχει χρησιμοποιηθεί για διαφορετικά πλαίσια αναφοράς. Οι βιολόγοι μιλούν για κοινότητα εννοώντας αρκετά μέλη ενός μόνο είδους, ή προερχόμενα από αρκετά διαφορετικά είδη, που ζουν, ανταγωνίζονται και συνεργάζονται, για να δημιουργήσουν ένα ευρύτερο σύνολο. Από την στιγμή της έλευσης του διαδικτύου και της τεχνολογίας πληροφόρησης, πολλές ομάδες προσώπων, συχνά εκείνες που έχουν ένα κοινό ενδιαφέρον, έχουν εξαπλωθεί χωρίς γεωγραφικούς περιορισμούς και που επικοινωνούν ηλεκτρονικά. Στη συγκεκριμένη εκπαιδευτική σειρά αυτής της ιστοσελίδας, η έμφαση δίδεται σε μια πιο ορθόδοξη έννοια της κοινότητας, μιας κοινότητας που αποτελείται από ανθρώπινα όντα, που συνήθως έχει γεωγραφικά όρια (εκτός εάν αυτά μπορούν να εξαπλωθούν, όπως γίνεται στις νομαδικές κοινότητες) που σχετίζεται, για παράδειγμα, με κοινότητες που ποικίλλουν από τοπικές γειτονιές και μεγάλες αστικές περιοχές , μέχρι απομονωμένα αγροτικά χωριά. Βλέπε Κατοικία. Μια κοινότητα δεν είναι απλά μια σύνθεση ξεχωριστών ανρώπινων όντων. Είναι ένας υπερ-οργανισμός που ανήκει σε και είναι κομμάτι ενός πολιτισμού, που αποτελείται από αλληλεπιδράσεις μεταξύ ανθρώπων, που αφορούν οτιδήποτε μπορεί να μαθευτεί. Οι έξι διαστάσεις της περιλαμβάνουν: τεχνολογία, οικονομία, πολιτική ισχύ, κοινωνικά πρότυπα, κοινές αξίες, πεποιθήσεις και ιδέες. Δεν μεταδίδεται με βιολογικά μέσα, αλλά με τη μάθηση. Όπως ένα δέντρο ή μια άλλη μορφή ζωής που υπερβαίνει τα ίδια τα άτομα που την αποτελούν, τα ανθρώπινα μέλη της (κοινότητας) μπορούν να έρχονται ή να φεύγουν, μέσω του θανάτου, της γέννησης ή της μετανάστευσης, και πάλι συνεχίζει να υπάρχει και να αναπτύσσεται. Δεν είναι ποτέ ομοιογενής, καθώς εμπεριέχει πολλές φατρίες, σχίσματα ανταγωνισμούς και συγκρούσεις. Μια κοινότητα είναι το "όλον, που είναι μεγαλύτερο από το άθροισμα των επιμέρους μερών του". Βλέπε Τί είναι Κοινότητα." Βλέπε: Κοινοτικά Χαρακτηριστικά. العربيّة:مجتمع محلّي, Deutsch: gemeinde, English: community, Ελληνικά: κοινότητα, Español: comunidad, Filipino/Tagalog: komunidad, Français: communauté, Galego: comunidade, Kiswahili: jamii, Malay: komuniti, Português: comunidade, Pyccкий: Cooобщество, Română: comunitate, Somali: bulsho, Tiên Việt: cộng đồngΚΟΙΝΟΤΙΚΉ ΑΝΆΠΤΥΞΗ Όταν μια κοινότητα αναπτύσσεται, αυξάνεται. Βλέπε την λέξη Ανάπτυξη. Δεν σημαίνει απαραίτητα αύξηση του μεγέθους ή του πλούτου της. Σημαίνει πως γίνεται πιο σύνθετη και πιο δυνατή. Μια κοινότητα δεν αναπτύσσεται από έναν κινητοποιητή, όπως και ένα λουλούδι δεν μεγαλώνει απλά επειδή κάποιος το τραβάει προς τα πάνω. Μια κοινότητα (ως κοινωνικός θεσμός) αναπτύσσει η ίδια τον εαυτό της. Ο κινητοποιητής μπορεί μόνο να διεγείρει, να ενθαρρύνει και να καθοδηγεί τα μέλη της κοινότητας. Κάποιοι υποθέτουν πως κοινοτική ανάπτυξη σημαίνει απλά αύξηση πλούτου –– αύξηση του κατά κεφαλήν πλούτου ή εισοδήματος. Μπορεί να σημαίνει αυτό, αλλά περιλαμβάνει πολλά περισσότερα. Σημαίνει κοινωνική αλλαγή, όπου μια κοινότητα γίνεται πιο σύνθετη, προσθέτοντας ιδρύματα και θεσμούς, αυξάνοντας την συλλογική της δύναμη, αλλάζοντας ποιοτικά τον τρόπο οργάνωσής της. Ανάπτυξη σημαίνει αύξηση της συνθετότητας και στις έξι διαστάσεις του πολιτισμού. Διαφέρει από την κοινωνική ενδυνάμωση που σημαίνει αύξηση ισχύος. Παρόλο που οι δύο έννοιες είναι εξ ορισμού διαφορετικές, είναι με περίπλοκο τρόπο συνδεδεμένες η μία με την άλλη. العربيّة:تطوير المجتمع المحلّي, Deutsch: gemeindeentwicklung, English: community development, Ελληνικά: κοινοτική ανάπτυξη, Español: desarrollo comunitario, Filipino/Tagalog: kalinagangg (kaunlaran) pangkomunidad, Français: développement de la communauté, Galego: desenvolvemento comunitario, Kiswahili: maendeleo ya jamii, Malay: pembangunan komuniti, Português: desenvolvimento da comunidade, Română: dezvoltarea comunitatii, Somali: horumarka bulshada, Tiên Việt: sự phát triển của cộng đồngΚΟΙΝΟΤΙΚΉ ΕΝΔΥΝΆΜΩΣΗ Αύξηση των δυνατοτήτων της κοινότητας σημαίνει να αυξάνεται η ικανότητα της να κάνει πράγματα για τον εαυτό της. Περιλαμβάνει περισσότερα από την απλή προσθήκη κοινοτικών υπηρεσιών ή εγκαταστάσεων όπως δρόμους, σύστημα υγιεινής, ύδρευσης, πρόσβασης στην εκπαίδευση και την ιατρική περίθαλψη. Σημαίνει αυξημένη ικανότητα και δύναμη. Σημαίνει ικανότητες, μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση και πιο αποτελεσματική οργάνωση. Μπορεί να επέλθει από φιλανθρωπίες ή δωρεές πόρων από εξωτερικές πηγές. Μπορεί να διευκολυνθεί μέσω δράσης όπως τα κοινοτικά σχέδια (projects), άλλα μόνο όταν όλα τα μέλη της κοινότητας συμμετέχουν από την αρχή, για να αποφασίσουν για μια κοινοτική δράση, να αναγνωρίσουν κρυμμένες πηγές πόρων μέσα στην κοινότητα,και μέσω της ανάπτυξης μιας αίσθησης ιδιοκτησίας και ευθύνης απέναντι στις κοινοτικές εγκαταστάσεις από την αρχή μέχρι το τέλος. Αν και η αυξημένη δημοκρατικοποίηση μπορεί να βοηθηθεί από την μεταβίβαση εκ μέρους της Κυβέρνησης μιας νομοπαραγωγικής εξουσίας στην κοινότητα, η ικανότητά της να χρησιμοποιεί τη νόμιμη εξουσία λήψης αποφάσεων εξαρτάται από το εάν διαθέτει την πρακτική δυνατότητα,δηλαδή την ικανότητα να παίρνει τις αποφάσεις που αφορούν την ίδια της την ανάπτυξη, να καθορίζει η ίδια το μέλλον της. Ισχύς, δύναμη, δυνατότητα, ικανότητα ενδυνάμωση. Κοινοτική ανάπτυξη σημαίνει αυξανόμενη περιπλοκότητα και στις έξι διαστάσεις του πολιτισμού. Διαφέρει από την κοινοτική ενδυνάμωση που σημαίνει αύξηση ισχύος. Αν και οι δύο έννοιες διαφέρουν εξ ορισμού, συνδέονται με περίπλοκο τρόπο η μία με την άλλη. العربيّة:تمكين المجتمع, Deutsch: gemeindestärkung, English: community empowerment , Ελληνικά: κοινοτική ενδυνάμωση, Español: potenciación comunitaria, Filipino/Tagalog: pagsasakapangyarihan ng komunidad, Français: fortifier de la communauté, Galego: potenciación comunitaria, Malay: pemberdayaan komuniti, Português: fortalecendo da comunidade, Română: consolidarea coomunitatii, Tiên Việt: sự uỷ quyền cộng đồngΚΟΙΝΟΤΙΚΉ ΣΥΜΜΕΤΟΧΉ Η κοινοτική συμμετοχή σημαίνει πολλά περισσότερα από την συνεισφορά εργασίας ή προμηθειών ∙ σημαίνει συμμετοχή στη διαδικασία λήψης αποφάσεων, επιλογή του κοινοτικού έργου (project), το σχεδιασμό του, την εφαρμογή του, τη διοίκησή του, την επίβλεψη και τον έλεγχο του. Διαφέρει από την κοινοτική συνεισφορά. Η Κοινωνική Κινητικότητα προωθεί τις δραστηριότητες μιας κοινότητας-στόχου, με την προοπτική η κοινότητα να αναλάβει μεγαλύτερη ευθύνη για την ίδια της την ανάπτυξη, ξεκινώντας με τις αποφάσεις για τα σχέδια που θα αναλάβει, και να διεγερθεί για να κινητοποιήσει τους πόρους και να οργανώσει τις διάφορες δραστηριότητες. Η προώθηση της κοινοτικής συμμετοχής στοχεύει στο να εξασφαλίσει πως οι αποφάσεις που επιρρεάζουν την κοινότητα λαμβάνονται από όλα (και όχι μόνο από λίγα) τα μέλη της κοινότητας (και όχι από κάποιον εξωτερικό παράγοντα). Με αυτή τη μεθοδολογία, η κοινοτική συνεισφορά ενθαρρύνεται, γιατί βοηθάει την κοινότητα να γίνει πιο υπεύθυνη για τις δραστηριότητες εάν επενδύσει τους δικούς της πόρους σε αυτήν. Επίσης, ενθαρρύνουμε την Κυβέρνηση και εξωτερικούς δωρητές να συζητήσουν τις δραστηριότητές τους με όλη την κοινότητα ∙ αυτό ονομάζεται κοινοτική συμβουλευτική. Εδώ, η κοινοτική συμμετοχή δεν θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί ως ισότιμη της κοινοτικής συνεισφοράς ή της κοινοτικής συμβουλευτικής (όπως λανθασμένα γίνεται από πολλούς βοηθητικούς οργανισμούς). العربيّة:مشاركة المجتم المحلّي, Deutsch: gemeindepartizipation, English : community participation, Ελληνικά: κοινοτική συμμετοχή, Español: participación comunitaria, Filipino/Tagalog: Pakikilahok ng Komunidad, Français: participation de la communauté, Galego: participación comunitaria, Kiswahili: Ushiriki wa jamii, Malay: penyertaaan komuniti, Português: participação da comunidade, Română: participarea comunitatii, Somali: ka geyb galka bushada a, Tiên Việt: sự tham gia của cộng đồngΚΟΙΝΟΧΡΗΣΤΕΣ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ Στος οικισμούς ανθρώπων κάποιες εγκαταστάσεις αποτελούν ιδιοκτησία ατόμων ή οικογενειών, συνήθως οι οικίες. Άλλες εγκαταστάσεις, όπως δρόμοι, παροχή νερού ή σχολεία είναι ιδιοκτησία μιας ομάδας. Αυτά είναι κοινόχρηστα. Οι κοινόχρηστες υπηρεσίες και εγκαταστάσεις είναι ένα από τα δεκαέξι στοιχεία ισχύος, δύναμης και πλούτου της κοινότητας ή οργάνωσης. Βλέπετε Στοιχεία Κοινοτικής Ισχύος. Οι εγκαταστάσεις και υπηρεσίες (όπως οι δρόμοι, οι αγορές, το πόσιμο νερό, η πρόσβαση στην εκπαίδευση και οι υπηρεσίες υγείας), η συντήρησή τους (εξαρτώμενη συντήρηση και διόρθωση), η αεοφορία, και ο βαθμός πρόσβασης όλων των μελών της κοινότητας σε αυτά. Όσο μεγαλύτερη πρόσβαση έχουν τα μέλη στις κοινόχρηστες εγκαταστάσεις, τόσο πιο μεγάλη είναι η ενίσχυσή τους. (Υπολογίζοντας το δυναμικό της οργάνωσης, αυτό περιλαμβάνει τον εξοπλισμό των γραφείων, εργαλεία, προμήθειες, πρόσβαση στις τουαλέτες και άλλες εγκαταστάσεις του προσωπικού, εγκαταστάσεις για εργασία, κτίρια). Όταν κινητοποιεί μια κοινότητα να οργανωθεί και να δράσει, ο κινητοποιητής πρέπει να γνωρίζει το ρόλο των κοινόχρηστων υπηρεσιών και εγκαταστάσεων στην ενίσχυση της κοινότητας ή της οργάνωσης. Català: serveis i instal·lacions comunitàries, Deutsch: kommunale einrichtungen und dienstleistungen, Ελληνικά: κοινοχρηστεσ εγκαταστασεισ και υπηρεσιεσ, English: Communal Services, Español: prestación comunal, Français: service communal, Kiswahili: Kazi na huduma za kijamii, Português: instalações e serviços colectivos, 中文 (Zhōngwén): 共用的设施和服务ΚΟΥΡΆΓΙΟ Κουράγιο είναι, επιγραμματικά, η "ανδρεία", και συχνά αναφέρεται στην ανδρεία που χρειάζεται για να τελεστεί το δύσκολο αλλά και σωστό, όπως το να είναι κάποιος ειλικρινής και διαφανής με τα συλλογικά ή δημόσια κεφάλαια. Είναι ακόμη ο πυρήνας της λέξης "ενθαρρύνω", που είναι αυτό το οποίο προσπαθεί να κάνει αυτός που συνιστά κινητοποίηση, να τους κεντρίσει να αφήσουν την απάθεια και την μοιρολατρεία και να κινητοποιηθούν με δραστηριότητες αυτοβοήθειας. Το ίδιο προσπαθεί να κάνει και ένας καλός διευθυντής σαν αρχηγός του προσωπικού του. Deutsch: mut, Ελληνικά: κουράγιο, English courage, Español: ánimo, Français: courage, Kiswahili: uhodari, Português: coragemΚΡΙΤΙΚΉ Ένα από τα πιο σημαντικά κομμάτια σοφίας για να μάθει κανείς είναι πως, όταν δούμε κάποιο λάθος, το να το επικρίνουμε συνήθως δεν το αναιρεί ούτε διορθώνει το πρόβλημα. Αντί για αυτό, συνήθως κάνει το πρόβλημα χειρότερο. Γιατί αυτό; Επειδή οι άνθρωποι αισθάνονται να απειλούνται και ότι τους επιτίθενται όταν κάποιος τους επικρίνει. Η κριτική χαμηλώνει την αυτοπεποίθησή και το γόητρο τους/μας. Υιοθετούμε αμυντική στάση όταν μας κριτικάρουν και, αντί να διορθώσουμε το λάθος, τείνουμε να το υπερασπιζόμαστε. Όταν κινητοποιούμε κοινότητες, συντονίζουμε εθελοντές ή διοικούμε προσωπικό, πρέπει να μάθουμε να περιμένουμε ότι θα κάνουν λάθη και να είμαστε προετοιμασμένοι να αντιμετωπίσουμε αυτά τα λάθη με τρόπους που συμβάλλουν στην εκπλήρωση των σκοπών μας. Δείχνοντας το θυμό μας, κριτικάροντας το άτομο που κάνει το λάθος, μπορεί να έχει σαν σκοπό το να "ξεσπάσουμε", όμως πληρώνουμε τεράστιο τίμημα για αυτή την προσωπική ανακούφιση. Ανατρέξτε στις λέξεις-κλειδιά Λάθη, Θυμός,και Σάντουιτς, και αναζητήστε τρόπους να διορθώσετε τα λάθη χωρίς αρνητική κριτική. Βλέπε: Να επαινείτε συχνά. العربيّة:نقد, Deutsch: kritik, Ελληνικά: κριτική, English: críticas, Español: críticas, Filipino/Tagalog: kritisismo o pamumuna, Français: critique, Galego: crítica, Kiswahili: pingamizi, Malay: kritikan, Português: crítica, Română: critica, Tiên Việt: phê bìnhΚΙΝΗΤΟΠΟΙΏ Το να κινητοποιώ σημαίνει να παράγω δραστηριότητα σε μια ομάδα ή κοινότητα. Διέγερση. Όχι ακριβώς το ίδιο όπως η οργάνωση, επειδή πρέπει να υπάρξει δραστηριότητα (άτομα να κινηθούν, να κινητοποιηθούν) προτού μπορέσει να αποκληθεί κινητοποίηση. Μπορεί να αποκληθεί "κινητοποιώ". Παρόμοιο με την κοινωνική ζωοδότηση, μόνο που η ζωοδότηση περιλαμβάνει τόσο την κινητοποίηση όσο και την οργάνωση. Βλέπε " Δράση." العربيّة:يعبيء, Deutsch: mobilisieren, Ελληνικά: κινητοποιώ, English: mobilize, Español: movilización, Filipino/Tagalog: nagbibigay-buhay, pakilusin, Français: mobilisez, Galego: mobilizar, Malay: memobilisasi, Português: mobilizar, Română: a mobiliza, Somali: wacyigelinta, Tiên Việt: vận độngΚΙΝΗΤΟΠΟΙΗΤΉΣ Ο κινητοποιητής είναι ένα άτομο που κινητοποιεί, δηλαδή κάνει τα πράγματα να πάρουν το δρόμο τους. Κοινωνικός ζωοδότης. Υπεύθυνος ή βοηθός κοινοτικής ανάπτυξης. Κοινοτικός εργαζόμενος. Ακτιβιστής. Προαγωγός της κοινοτικής συμμετοχής. Βλέπε Το να είναι κανείς Κινητοποιητής. العربيّة:شخص يقوم بالتعبئة, Deutsch: mobilisieren, activist, English: mobilizer, activist, animator, Ελληνικά: κινητοποιητής, ακτιβιστής, ζωοδότης, Español: activista, Filipino/Tagalog: pakilusin, Italiano: attivista, Kiswahili: ramsisha. Français: mobilisateur, Galego: activista, 日本語: 訓 練士または助成人, Malay: pemobilisasi, Português: ativista, Română: mobilizator, Tiên Việt: người vận độngΚΑΤΕΥΝΑΣΜΌΣ ΤΗΣ ΦΤΏΧΕΙΑΣ Η λέξη "κατευνασμός" σημαίνει την προσωρινή άρση του πόνου και της δυσφορίας. Το να δίνουμε χρήματα στους φτωχούς δεν θέτει τέλος στη φτώχεια. Ως κινητοποιητές, αφοσιωμένοι στην καταπολέμηση των αιτιών και όχι των συμπτωμάτων της φτώχειας, αποφεύγουμε αυτή την προσέγγιση (απλός κατευνασμός μέσω της απόδοσης χρημάτων). العربيّة:تسكين الفقر, Deutsch: Armutslinderung, Ελληνικά: κατευνασμός της φτώχειας, English: poverty alleviation, Español: alivio de la pobreza, Filipino/Tagalog: pagpapawi sa kahirapan, Français: allégement de pauvreté, Galego: alivio da pobreza, Italiano: alleviare la povertà, Malay: peringanan kemiskinan, Português: alívio de pobreza, Română: alinarea saraciei, Somali: yareynta faqriga, Tiên Việt: xoá đói giảm nghèoΚΟΙΝΩΝΙΚΉ ΖΩΟΔΌΤΗΣΗ Κοινωνική Ζωοδότηση σημαίνει να δώσεις ζωή, ψυχή ("anima") σε ένα κοινωνικό θεσμό όπως η κοινότητα. Συνήθως αποκαλείται "Ζωοδότηση" (δεν πρέπει να συγχέεται με τον σχεδιασμό κινουμένων σχεδίων - στα αγγλικά, η λέξη animation συμπιπτει νοηματικά με τον σχεδιασμό κιν. σχεδίων, Σ.τ.Μ) Βλέπε Ζωοδότηση. العربيّة:تنشيط إجتماعي, Deutsch: Soziale Animation, Ελληνικά: κοινωνική ζωοδότηση, English: social animation, Español: animación social, Filipino/Tagalog: pagbibigay-buhay panlipunan, Français: animation sociale, Malay: animasi sosial, Português: animação social, Română: animare sociala, Tiên Việt: lòng nhiệt tình xã hội––»«––Εάν βρήκατε μια λέξη που σχετίζεται με την κοινοτική παροχή εξουσιοδότησης και χρειάζεται συζήτηση, γράψτε μας.Αν αντιγράφετε κείμενο από αυτή την τοποθεσία, αναφέρετε τους συντάκτες |
Κεντρική σελίδα |